βαλανεύω

βᾰλᾰν-εύω,
A heat the bath, Ar.Lys.337; but β. ἑαυτῷ to be one's own bath-man, Id.Pax1103; drench like a bath-man,

οἴνῳ κατὰ τοῦ κεράμον β. Pherecr.130.6

:—[voice] Pass., Timocl.2 (dub.).
2 bawl, shout, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαλανεύω — (Α) [βαλανεύς] 1. υπηρετώ, φροντίζω κάποιον στο λουτρό 2. φρ. «βαλανεύω τινὰ οἴνῳ» καταβρέχω κάποιον με κρασί …   Dictionary of Greek

  • βαλανεύω — heat the bath pres subj act 1st sg βαλανεύω heat the bath pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανεύσει — βαλανεύω heat the bath aor subj act 3rd sg (epic) βαλανεύω heat the bath fut ind mid 2nd sg βαλανεύω heat the bath fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανεύσω — βαλανεύω heat the bath aor subj act 1st sg βαλανεύω heat the bath fut ind act 1st sg βαλανεύω heat the bath aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανεύει — βαλανεύω heat the bath pres ind mp 2nd sg βαλανεύω heat the bath pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανεύειν — βαλανεύω heat the bath pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανεύεται — βαλανεύω heat the bath pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανεύσασθαι — βαλανεύω heat the bath aor inf mid …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανεύσοντας — βαλανεύω heat the bath fut part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανεύσηι — βαλανεύσῃ , βαλανεύω heat the bath aor subj mid 2nd sg βαλανεύσῃ , βαλανεύω heat the bath aor subj act 3rd sg βαλανεύσῃ , βαλανεύω heat the bath fut ind mid 2nd sg βαλανεύσῃ , βαλανόω fasten with a pres part act fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλανευτής — βαλανευτής, ο (Α) [βαλανεύω] ο βαλανεύς …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.